2.7.09

Οι θέσεις της ΔΑΚΕ ΔΤ για την Παιδεία

 Οι εμμονές των βολεμένων του σήμερα
 Οι απαιτήσεις της κοινωνίας για το παρόν και το μέλλον

Στην ελληνική κοινωνία υπάρχει διάχυτη η εκτίμηση ότι πλέον το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι σε τέτοια θέση που κάθε τροποποίηση ή αλλαγή περιορισμένης έκτασης και χώρου δεν μπορεί να προσφέρει τίποτα το θετικό στην ουσία.
Αυτό ενισχύεται και από την ανάλυση όλων των αλλαγών που επιχειρήθηκαν και που πραγματοποιήθηκαν, κυρίως στο εξεταστικό σύστημα και δεν προσέφεραν τίποτε σχεδόν σπουδαίο στη βασική του κατεύθυνση, με αποδεδειγμένη την αναντιστοιχία με τις απαιτήσεις της εποχής μας.
Αποδείχθηκε, μέχρι πριν τουλάχιστον την έναρξη του τελευταίου διαλόγου, ότι όλοι οι προηγηθέντες δεν είχαν στο περιεχόμενό τους τη δημιουργικότητα, δεν προσέγγισαν τα ζητήματα της παιδείας με σφαιρικότητα, δεν αξιοποίησαν ωφέλιμες σκέψεις, χρήσιμες εμπειρίες και ειδικές προτάσεις που κατά καιρούς παρουσιάζονταν, ούτε πήραν πολλά θετικά που προσφέρονταν από τα εκπαιδευτικά συστήματα των άλλων χωρών.
Σημαντικότατα, πολύχρονα προβλήματα της παιδείας που έχουν την κυρίαρχη ευθύνη για το χαμηλό της ποιότητας και συνήθως εκτός εποχής περιεχόμενο είναι στις γενικές εκτιμήσεις.
1. Το ζήτημα της χρηματοδότησης αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση λύσεων και βελτιώσεων. Η αύξηση των πόρων στο μέγεθος του ΑΕΠ είναι το άμεσο που χρειάζεται και το λιγότερο που απαιτείται για την υποστήριξη των μεγάλων αλλαγών που χρειάζονται απαραίτητα και άμεσα.
2. Τα προγράμματα σπουδών στο ισχύον σύστημα είναι γεμάτα με περιττές και ασύνδετες μερικές φορές γνώσεις, εξωθούν τους διδασκόμενους στην παπαγαλία, τους στερούν τη χαρά της πραγματικής γνώσης και τους οδηγούν στην αντίληψη ότι το σχολείο είναι χώρος τιμωρίας και η απόκτηση των προσφερόμενων γνώσεων αγγαρεία.
3. Πληγή αιμορραγούσα του εκπαιδευτικού συστήματος είναι η ανάγκη των φροντιστηρίων, τα οποία είναι και η κυρίαρχη αιτία που αναιρεί τα μέγιστα την έννοια της δωρεάν παιδείας αφενός και ευτελίζουν, δυστυχώς, το δημόσιο σχολείο και κυρίως το Λύκειο αφετέρου. Δυστυχώς για τους μαθητές του Λυκείου η φοίτηση στα φροντιστήρια έχει γίνει υποχρεωτική με συνέπειες οδυνηρές για τις οικονομικά ασθενέστερες ελληνικές οικογένειες.
Με αυτά κατ’ αρχήν και πολλά επιμέρους καθίσταται επιτακτικά αναγκαία η ύπαρξη του εθνικού διαλόγου που έχει ήδη ξεκινήσει και κρίνεται άκρως υποχρεωτική η συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων στην εκπαιδευτική διαδικασία, όπως των πανεπιστημιακών δασκάλων, εκπροσώπων των διδασκόντων σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, των κοινωνικών εταίρων, των γονέων και όποιων άλλων παραγόντων που μπορούν να προσφέρουν.
Προφανώς κρίνεται απαραίτητη η ανοιχτή διαδικασία και η ελευθερία της κατάθεσης κάθε σκέψης όπως και προφανώς κρίνεται απαράδεκτη η όποια μικρόψυχη αντίληψη όποιου φορέα αρνηθεί τη συμμετοχή.
Είναι φανερό το ότι μέσα από την αγωνία των εκπαιδευτικών, των μαθητών, των φοιτητών, των γονέων, της κοινωνίας γενικότερα, αναπτύσσονται αδιάκοπα λόγω των έντονων δυσλειτουργιών του εκπαιδευτικού μας συστήματος προβληματισμοί που υποχρεώνουν το Υπουργείο Παιδείας να επιδιώξει να δώσει ευκαιρία και κύρος στην επανεξέταση συνολικά του εκπαιδευτικούς συστήματος και να οργανώσει νέο «εθνικό διάλογο». Το εγχείρημα αυτό δεν είναι πρωτότυπο αφού όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε πολλές ευρωπαϊκές τουλάχιστον χώρες έχουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πραγματοποιηθεί και επαναλαμβάνονται συνεχώς δημόσιες διαβουλεύσεις, για εκπαιδευτικά θέματα, με ποικίλες μεθόδους.
Θυμόμαστε μερικές από τις προσπάθειες που επιχειρήθηκαν στην πατρίδα μας.
Τον Απρίλιο του 1987 – Κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ –Υπουργός Παιδείας Αντώνης Τρίτσης. Κηρύχθηκε πανηγυρική έναρξη «Εθνικού διαλόγου για την Παιδεία». Δόθηκε το Μάιο από το Υπουργείο φυλλάδιο με τίτλο : Το ΝΕΟ Σχολείο – Δημοτικό – Γυμνάσιο – Λύκειο.
Τελικά εξαιτίας των αντιδράσεων που συνήθως προβάλλουν οι βολεμένοι πολιτικά και εκπαιδευτικά αλλά και ορισμένες κακές διαχειριστικές συμπεριφορές από πλευράς Υπουργείου οδήγησαν τον Υπουργό σε παραίτηση και προφανώς εγκαταλείφθηκε ο διάλογος.
Το 1990 πραγματοποιείται δεύτερη προσπάθεια με Κυβέρνηση Ν.Δ. και Υπουργό το Γιώργο Σουφλιά.
Αυτή τη φορά μοιράστηκαν διάφορα ερωτηματολόγια στους εκπαιδευτικούς, τους μαθητές και τους γονείς. Μετά τη συγκέντρωση των απαντήσεων σχηματίστηκαν οι προτάσεις από τους «Ειδικούς».
Λόγω της έντασης εκείνη την περίοδο από το θάνατο του Ν. Τεμπονέρα αλλά και κάποιων αδυναμιών στο λεπτό χειρισμό που απαιτούνται για τέτοια ζητήματα, δεν υπήρξε η απαιτούμενη μεγάλη συμμετοχή.
Παρά το ότι ακόμη και 9 στους 10 απαντούσαν ότι δεν ήταν ικανοποιημένοι από το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα, η έλλειψη αντιπροσωπευτικής συμμετοχής, εδώ πάλι οι βολεμένοι αλλά και η γνωστή αντιπολιτευτική τακτική για λόγους στενά κομματικούς αλλά και οι γνωστές τότε συμμαχίες των αυτοαποκαλούμενων «δημοκρατικών παρατάξεων» του συνδικαλιστικού κινήματος με ακραίες συμπεριφορές (κάψιμο των ερωτηματολογίων έξω από το Υπουργείο Παιδείας) αρνητικές, οδήγησε στην καθυστέρηση της νομοθέτησης των πορισμάτων και στην οριστική ακύρωση από τη διάδοχη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.
Το 2005, μετά την ανασυγκρότηση του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας (ΕΣΥΠ), εξαγγέλθηκε «διάλογος» με τη δέσμευση ότι θα αποτελέσει το θεμέλιο και το πλαίσιο του έργου του.
Και πάλι όμως οι λάθος συμπεριφορές, η λάθος οργάνωση και λειτουργία, οι εγωιστικές συμπεριφορές κάποιων ισχυρών του Υπουργείου (όπως ό τότε Γ. Γραμματέας) έδωσαν την ευκαιρία στους γνωστούς πλέον αρνητές, μηδενιστές και αυτούς που εξυπηρετούνται και ωφελούνται από την υπάρχουσα κατάσταση να ακυρώσουν και πάλι την όποια προσπάθεια κατεβλήθη από αυτούς που κάθε φορά με ευσυνειδησία και κατάθεση δυνάμεων και θέσεων προσπαθούν να συμβάλλουν στις προσπάθειες της απαιτούμενης αλλαγής.
Ήδη σήμερα που φαίνεται ότι τα πράγματα είναι πιο ώριμα, η κοινωνία στη μεγάλη πλειοψηφία της έχει αντιληφθεί ότι η ελληνική εκπαίδευση εμφανίζει συσσωρευμένα προβλήματα. Όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης, αλλά περισσότερο το Λύκειο, έχουν υποστεί στρεβλώσεις στην προσπάθεια των μαθητών να εισέλθουν στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Αποτελεί επικίνδυνη εκπαιδευτική εκτροπή η εγκατάλειψη, σχεδόν, των μαθητών του Λυκείου, του σχολείου τους και η μεταφορά του κύριου βάρους των προσπαθειών και της μάθησής τους στο φροντιστήριο.
Αποτελεί μοναδικό παγκόσμιο φαινόμενο στο χώρο της Εκπαίδευσης.
Αλλά και στις κατώτερες βαθμίδες και ιδίως στο Γυμνάσιο τα πράγματα δεν είναι και τόσο ευχάριστα, αφού και εδώ παρατηρείται το φαινόμενο της υπερφόρτωσης των μαθητών με γνώσεις, οι περισσότερες των οποίων δεν τους προσφέρουν τίποτα αλλά και χειρότερα οδηγούν στην παπαγαλία, την παντελή αποξένωση από την αυτενέργεια, απαραίτητη για την αναζήτηση, από τον ίδιο το μαθητή, της γνώσης μέσα από τις πηγές της όπως τα βιβλία ή ακόμη μέσα από τη σύγχρονη τεχνολογία.
Σε καλύτερη μοίρα φαίνεται να είναι τα πράγματα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και αυτό ίσως γιατί στο πεδίο των γνώσεων την κατάσταση χειρίζεται ένας εκπαιδευτικός, ίσως γιατί αυτή η ηλικία είναι πιο εύκολη στη διαχείρισή της, ίσως γιατί συμμετέχουν ενεργά περισσότερο και οι γονείς, ίσως γιατί τα βιβλία έχουν περισσότερες φορές ανανεωθεί, ίσως όμως και όλα αυτά μαζί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι και στο Δημοτικό Σχολείο δεν χρειάζονται αλλαγές, απεναντίας και πολλές αλλαγές χρειάζονται και πολύ σημαντικές.
Είναι φανερό πλέον ότι η νέα προσπάθεια του «διαλόγου» έχει θέσει ψηλά τον πήχη για τις αλλαγές που απαιτούνται σε όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης.
Είναι φανερό πλέον στην κοινωνία που ζούμε ότι οι υποχρεώσεις του κάθε πολίτη αλλά και οι ανάγκες της εργασίας, της γνώσης, της ζωής οδηγούν απαραίτητα στη διεύρυνση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης από τα 9 χρόνια στα 12 χρόνια με την ένταξη και του Λυκείου και φυσικά της δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής (Νηπιαγωγεία).
Έτσι επιβάλλεται η δημιουργία ενιαίου προγραμματισμού για όλες τις βαθμίδες και το ελάχιστο της μάθησης, που θα προσφέρει η νέα σύγχρονη εκπαίδευση.
Οι στόχοι της εκπαίδευσής μας σε γενικές κατευθύνσεις πρέπει να είναι:
1. Κάθε νέος άνθρωπος πρέπει να έχει εφοδιαστεί από τη σχολική του διαδρομή με το να μπορεί πλέον να σκέπτεται κριτικά και υπεύθυνα με δημοκρατικό φρόνημα και καλλιεργημένες κοινωνικές ευαισθησίες.
2. Να μπορεί να χρησιμοποιεί και να αξιοποιεί τη σύγχρονη τεχνολογία. Η δυνατότητα αναζήτησης, διαχείρισης και σωστής και παραγωγικής χρήσης της πληροφορίας είναι σπουδαίο εφόδιο.
3. Να δημιουργήσουμε ένα νέο πολίτη που θα γνωρίζει ότι πρέπει συνεχώς να αναζητά τις νέες γνώσεις και να μην επαφίεται σ’ αυτό που του πρόσφερε η περίοδος της μαθητικής και φοιτητικής του ηλικίας.
4. Να γνωρίσει καλά ποιες είναι οι αρχές και οι αξίες του ανθρώπου και της ζωής και οι οποίες θα είναι το σημείο αναφοράς της ζωής του, να είναι πάντα σκεπτόμενος, ευαίσθητος στην τέχνη, τη μουσική, το θέατρο, τη λογοτεχνία, τα εικαστικά. Τελικά αφού γίνει λάτρης του σχολείου που αναγνωρίζοντάς του όλα τα σπουδαία που του προσφέρει να οδηγείται στο να γίνει ένας ευαίσθητος και καλλιεργημένος άνθρωπος.
5. Τελειώνοντας την υποχρεωτική εκπαίδευση (12χρονη) να μπορεί να μπει στο πεδίο της ζωής με επαγγελματικές ενασχολήσεις που απαιτούν ικανότητα και στη σκέψη και στην κρίση. Δηλαδή το απολυτήριο του Λυκείου να του κατοχυρώνει επαγγελματική δυνατότητα αλλά και μορφωτικό κύρος.
Είναι κατανοητό ότι για να πραγματοποιηθούν αυτά, τα ελάχιστα, αλλά βασικά για κάθε πολίτη, χρειάζονται ριζικές αλλαγές στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα. Επισημαίνουμε μερικές απαραίτητες :
1. Αύξηση σημαντική του προϋπολογισμού για την παιδεία γιατί επιβάλλεται να βελτιώσουμε πάρα πολύ τις υπάρχουσες υποδομές, γιατί επιβάλλεται να βελτιώσουμε ουσιαστικά και γενναία τις αμοιβές των εκπαιδευτικών.
2. Είναι άκρως απαραίτητη η κατάλληλη και συνεχής κατάρτιση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών.
3. Είναι υψηλής σημασίας η επιμόρφωση των γονέων προκειμένου να απαλλαγούν από αντιλήψεις τρίτων που τους χρησιμοποιούν και να γίνουν οι καλύτεροι συνεργάτες των εκπαιδευτικών και οι ισχυρότεροι υποστηρικτές του εκπαιδευτικού έργου.
Είναι φανερό ότι στη νέα αυτή προσπάθεια χρειάζεται και αρκετός χρόνος προσαρμογής και συνύπαρξης όλων των παραγόντων και ολοκληρωμένη και αποδοτική εφαρμογή όλων των συμφωνηθέντων.
Είναι επίσης φανερό ότι μια τέτοια εκ βάθρων αναμόρφωση του ελληνικού σχολείου οδηγεί σε καινούργιο τύπο σχολείου με την παιδεία να έχει ρόλο ουσίας και τη σχέση δάσκαλου – μαθητή και σχολείου - μαθητή με σχέση εκτίμησης, σεβασμού, εμπιστοσύνης, αγάπης.
Σε όλες αυτές τις αλλαγές οι οποίες και σταδιακά θα εφαρμοστούν και πειραματικά θα δοκιμαστούν σε κεντρικό ρόλο και στην αναμόρφωση και στην εφαρμογή στην πράξη έχει ο εκπαιδευτικός. Χωρίς τον καλό εκπαιδευτικό ή ακόμη περισσότερο ερήμην του εκπαιδευτικού δεν μπορεί κανένας να περιμένει να γίνει κάτι το αξιόλογο.
Φαίνεται πλέον από όποια θέση και αν παρατηρήσει κάποιος ότι μπροστά μας έχουμε τρεις επιλογές :
1. Πηγαίνουμε κατ’ ευθείαν σε ριζικές αλλαγές που επί της ουσίας θα αλλάξει ο χάρτης της παιδείας και τα αποτελέσματα θα είναι ανατρεπτικά και σε νέα τροχιά ανάλογη με τις απαιτήσεις της σύγχρονης εποχής και τις ανάγκες της ζωής του σήμερα.
2. Να γίνουν επιλεκτικά σε επιμέρους ζητήματα και μικροεπεμβάσεις με βελτιώσεις ελάχιστης σημασίας και χαμηλής ποιότητας που επί της ουσίας τα μεγάλα και χρόνια προβλήματα παραμένουν άθικτα.
3. Να αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν, να μην ενοχληθεί κανένας βολεμένος και να παραμένουν ακέραια τα διάφορα συμφέροντα και κυρίως οι πολιτικοί να μην ανησυχήσουν για το οποιοδήποτε πολιτικό τους κόστος.
Τη λύση του ποιού δρόμου θα πρέπει να ακολουθήσουμε τη δείχνει η ελληνική κοινωνία, η οποία πλέον μετά και τις σκληρές δοκιμασίες που έχει κατά καιρούς υποστεί είναι πολύ ώριμη για τέτοιες αλλαγές : καθαρά και δυνατά φωνάζει : τολμήστε τις μεγάλες και ριζικές αλλαγές και όποιοι το κάνετε θα βγείτε πολιτικά και κοινωνικά κερδισμένοι.
Τολμήστε μαζί - κυβέρνηση και αντιπολίτευση - γιατί αυτό απαιτεί το συμφέρον των πολιτών, γιατί αυτό καλεί να πράξουμε η νέα εποχή, γιατί αυτό βελτιώνει τις συνθήκες και την ποιότητα της ζωής σε κάθε κοινωνία, γιατί αυτό οφείλει να πράξει κάθε πολιτική που γνωρίζει την υποχρέωσή της απέναντι στο λαό, απέναντι στους νέους της Ελλάδας, απέναντι στην ίδια την πατρίδα μας.-