Έλαβα σήμερα από εκπρόσωπο των πτυχιούχων εκπαιδευτικών ΑΣΠΑΙΤΕ, που εργάζονται στα σχολεία μας ως ωρομίσθιοι, το κάτωθι κείμενο θέσεων, το οποίο και αναδημοσιεύω:
"Ως εκπαιδευτικοί με παιδαγωγική επάρκεια και μακροχρόνια παρουσία στην εκπαίδευση έχουμε θορυβηθεί αρκετά από τις εξαγγελίες της υπουργού Παιδείας για δήθεν αξιοκρατική μετεξέλιξη του συστήματος προσλήψεων και διορισμού των εκπαιδευτικών.
Ως ωρομίσθιοι, οι περισσότεροι, στα ολοήμερα δημοτικά σχολεία, με ωράριο από το μεσημέρι ως το απόγευμα, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να έχουμε μία άλλη δουλειά που θα μας εξασφαλίζει τα προς το ζην, δουλεύουμε για 12 ώρες την εβδομάδα, με μισθό που ανέρχεται στο ύψος των 350€ μεικτά τα οποία μας καταβάλλονται αρκετούς μήνες ακόμα και χρόνια μετά, αλλά και αρκετοί κομμένοι από το επίδομα ανεργίας το καλοκαίρι μαζεύουμε το πολύ 3,5 μόρια ανά σχολική χρονιά. Πέρα από την αυταπόδεικτη αγάπη μας για την Παιδεία, υπομένουμε όλα αυτά βασιζόμενοι στο νόμο που μας διασφάλιζε ότι μετά από κάποια χρόνια θα διοριζόμασταν μόνιμοι εκπαιδευτικοί.
Τώρα η κ. Διαμαντοπούλου στο όνομα μίας δήθεν αξιοκρατίας, θεωρεί ότι δεν είμαστε άξιοι εκπαιδευτικοί και πρέπει να περάσουμε από μία καθόλα διαβλητή διαδικασία. Ότι τόσα χρόνια μέσα στην τάξη δεν υπήρχαμε ώς εκπαιδευτικοί αλλά ως κάτι άλλο αχαρακτήριστο. Ακόμα και αν αφήσουμε την πολιτική αντιμετώπιση του θέματος, που βρίθει λαϊκισμού και μονομερούς προβολής, η ηθική του πλευρά είναι κατάπτυστη. Ποιο είναι δηλαδή το στίγμα που θέλει να δώσει η υπουργός στην κυβερνησή της; Η πολιτική της λεμονόκουπας; Μας στίβει τόσα χρόνια και τώρα που σε τρία τέσσερα ή και πέντε χρόνια θα διοριζόμασταν άρει μονομερώς τις υποχρεώσεις του Κράτους και μας πετάει σε ένα Καιάδα;
Πέρα από αυτά το πρόβλημα αφορά και τον ίδιο τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. Αρκετά προσωπικά αλλά και γενικά παραδείγματα αποδυκνείουν την αδυναμία ουσιαστικής αξιολόγησης μας μέσα από αυτό τον διαγωνισμό. Όσοι έχουμε παιδαγωγική επάρκεια έχουμε μπει αρκετές φορές μέσα σε τάξη και έχουμε εξεταστεί για το σύνολο της διδασκαλίας μας(ΠΑΔ-Πρακτική ¶σκηση Διδασκαλίας). Από την προετοιμασία του μαθήματος, την παράδοση του και τέλος την ανατροφοδότηση των μαθητών μας μέσα από τις εργασίες που θα τους βάλουμε. Αντιθέτως στον ΑΣΕΠ παρατηρείται το φαινόμενο μέσα σε λίγο χρόνο να αναφέρεται ο υποψήφιος εκπαιδευτικός γραπτώς για το πως θα δίδασκε. Και δεν είναι λίγοι εκείνοι οι υποψήφιοι που η αξιολόγησή τους στις ΠΑΔ, σε πραγματικές διδασκαλίες δηλαδή, ήταν άριστη κάτι το οποίο όμως δεν προέκυψε όταν εξετάστηκαν και από τον ΑΣΕΠ για μία υποτιθέμενη διδασκαλία. Επίσης έχουμε εξεταστεί πολύ εκτενέστερα στα παιδαγωγικά για να λάβουμε το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας από την εξέταση που απαιτεί ο ΑΣΕΠ. Ποιος ο λόγος λοιπόν να εξετάζονται, στη διδακτική και τα παιδαγωγικά, άτομα που έχουν ήδη εξεταστεί όχι «επί χάρτου» αλλά σε ένα πραγματικό περιβάλλον διαδασκαλίας; Επίσης η εξεταζόμενη ύλη και το επίπεδο των θεμάτων, όχι μόνο δεν είναι αντιπροσωπευτικά του συνόλου της ύλης που θα κληθούμε να διδάξουμε αργότερα, αλλά το επίπεδό της δεν αφορά καθόλου το επίπεδο των μαθημάτων που θα διδάξουμε. Αρκετές φορές όμως αυτά έχουν διδαχθεί σε διάφορα φροντιστήρια προετοιμασίας υποψηφίων για ΑΣΕΠ, (Τυχαία; ) αλλά και τα συναντάμε και σε «επιλεγμένα» Πανεπιστημιακά συγγράματα. Μήπως λοιπόν η όλη αυτή αναχρονιστική διαδικασία έρχεται να επιβάλει στους υποψηφίους να πάνε στα σχετικά φροντιστήρια (τα οποία σύμφωνα με το νόμο 2190/1994 άρθρο 15 παρ 8 απαγορεύεται να λειτουργούν) εφόσον θα καταστήσει τον ΑΣΕΠ μονόδρομο και μήπως τελικά το υπουργείο (βάση και των συχνών συναντήσεων που έχει με ιδιοκτήτες φροντιστηρίων) θέλει να ικανοποιήσει τις ανάγκες για πελατεία αυτών των φροντιστηρίων και όχι την εκπαίδευση;Τέλος είναι απόλυτα άδικο και αναξιόπιστο για να αξιολογηθεί ένας εκπαιδευτικός που έχει δυσκολία στην κατανόηση και διατύπωση του γραπτού λόγου. Ένας τέτοιος υποψήφιος όσο και αν προσπαθήσει δεν "αξιολογείται" σε καμία περίπτωση ισότιμα με τους συνυποψηφίους του, καθώς οι μαθησιακές δυσκολίες που αντιμετωπίζει δεν του δίνουν την δυνατότητα να αποδώσει όπως θα απέδιδε σε μία σχολική αίθουσα.
Προτάσεις
1. Να μείνει ο τρόπος διορισμού ως έχει, τουλάχιστον μέχρι να διοριστούν όσοι έχουν δουλέψει για πάνω από ένα ή δύο χρόνια με αυτό το σύστημα διορισμών.
2. Αλλαγή τρόπου αξιολόγησης εκπαιδευτικών. Μετατροπή του γραπτού διαγωγινισμού αξιολόγησης σε μοριοδοτικό διαγωνισμό με διορισμό μόνο όσων έχουν πτυχίο παιδαγωγικής σχολής ή πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας. Οι διαγωνιζόμενοι έχουν ήδη αξιολογηθεί επί μέρους για όσα θεωρητικά θα κληθούν να εξετασθούν από τον ΑΣΕΠ
3. Όσο ισχύει ο γραπτός διαγωνισμός του ΑΣΕΠ, οι εκπαιδευτικοί που έχουν παιδαγωγική επάρκεια να μην εξετάζονται στη διδακτική και στα παιδαγωγικά καθώς έχουν ήδη εξετασθεί σε αυτά όχι σε θεωρητικό επίπεδο όπως στον ΑΣΕΠ αλλά σε πραγματικές συνθήκες διδασκαλίας.
4. Να θεσμοθετηθούν θέσεις μονίμων εκπαιδευτικών για τις ειδικότητες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Με βασικό αντικείμενο επιστήμης τους και απαραίτητη την παιδαγωγική κατάρτισή τους (ακόμα και αν είναι μόνιμοι να είναι υποχρεωτικό να έχουν παιδαγωγική επάρκεια για να διδάξουν στα δημοτικά) είναι απαραίτητο και για τους εκπαιδευτικούς αλλά κυρίως και για την άρτια εκπαίδευση των μαθητών να υπάρχουν οι ειδικότητες στο δημοτικό. Τώρα, επειδή προτάσσεται η παιδαγωγική επάρκεια ως κόλλυμα για θέσεις μόνιμου διορισμού η λύση που προτείνουμε είναι να θεωρήται ως προαπαιτούμενο, όπως αναφέρθηκε, το πιστοποιητικό της παιδαγωγικής επάρκειας. Όλες οι ειδικότητες, που διδάσκουν σήμερα στο ολοήμερο ή/και πρωινό δημοτικό σχολείο, είναι πλήρως καταρτισμένοι καθώς και προπτυχιακά αλλά και για το πιστοποιητικό τους έχουν παρακολουθήσει πλήθος μαθημάτων παιδαγωγικής φύσεως και έχουν εξεταστεί στις μεθόδους διδασκαλίας τους. Συνεπώς είναι πολύ πιο επαρκής για τη διδασκαλία μαθήματος της ειδικότητάς του στο δημοτικό από κάποιον συνάδελφο δάσκαλο που θα έχει απλά ένα μεταπτυχιακό ή τις στοιχειώδης γνώσεις που θα έχει λάβει από ένα σεμινάριο επιμόρφωσης ακόμα και Β` Βαθμού. Τέλος το σημαντικότερο είναι πως η συνεργασία των ειδικότήτων με τους δασκάλους θα μπορέσει να δόσει τη δυνατότητα και στους ίδιους τους δασκάλους να κάνουν πιο εύκολα το διδακτικό τους έργο με την ενεργή υποστήριξη από τους καθηγητές των ειδικοτήτων και ειδικά της Επιστήμης της Πληροφορικής. Δεν πρέπει λοιπόν να βλέπουν ανταγωνιστικά οι δάσκαλοι την παρουσία των ειδικοτήτων στην βαθμίδα αυτή, ούτε και ως αμφισβήτηση του ούτως ή άλλως βασικότατου ρόλου τους στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αλλά ως εκπαιδευτικούς που θα συνεπικουρούν στο έργο του δασκάλου.
Ανδρέας Μουγγολιάς
Καθηγητής Πληροφορικής
Msc Πανεπιστήμιο Πειραιώς
Εκπρόσωπος πτυχιούχων εκπαιδευτικών ΑΣΠΑΙΤΕ"